Ο ζεστός μήνας Αύγουστος.
Γράφει , ο Παύλος Λεμοντζής .
Ο Αύγουστος , κατά κανόνα , στην Ελλάδα είναι ζεστός. Ανθούν τα θερινά τα σινεμά, τα θαλασσινά παιχνίδια, οι κωμωδίες και οι τραγωδίες σε θέατρα και στη ζωή μας τη μικρή.
Λειψυδρία και ζέστη κι αποβλάκωση, θαρρείς. Ξορκίζεται με συμβολισμούς; Μπορεί. Στους σύντομους τίτλους μέρους ταινίας του Καψάσκη- έτος 1959- βλέπουμε ένα παιδί αξύριστο, σαν επιληπτικό, σαν καθυστερημένο, να κοιμάται και να ξυπνάει, ένα, ίσως, προμήνυμα καταιγίδας, ένα προαναγγελθέν χρονικό αμαρτίας… Η Λαμπρινή διαμαρτύρεται στον σταφιδέμπορο σύζυγό της : «Ψήθηκα τούτο το καλοκαίρι. Δυο χρόνια λες ότι θα με στείλεις στα λουτρά να κάνω κανένα μπάνιο». Είναι νέα κι όμορφη, δεν την αντέχει την Επαρχία ούτε τη μοναξιά. Ο άντρας της, αρκετά μεγαλύτερός της, λείπει συχνά. «Πρέπει να ’μαι εδώ να μαζέψω το βιός μου» της λέει, και την πείθει (ή έτσι νομίζει). Η Σμαραγδή, η υπηρέτριά της, που’ χει γιο το καθυστερημένο παιδί , συνομήλικο της Λαμπρινής, το Νικουλέλι , τη βλέπει να βάζει μια πλάκα στο πικάπ, να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής και να μουρμουρίζει για έναν νεοφερμένο στη γειτονιά: «είναι ξετσίπωτος, πλενότανε γυμνός κάτω στην αυλή» κι έτσι της υποβάλει την ιδέα να συνδεθεί με τον όμορφο νεαρό φοιτητή- καινούργιο γείτονα . Η Λαμπρινή αρχικά δε θέλει, έχει αντιρρήσεις και ηθικές αναστολές: «να γίνω κι εγώ μια από δαύτες … να βγει στην αγορά να λέει πως…». Στο τέλος ,όμως, πείθεται. Αφήνεται στις «φροντίδες» της Σμαραγδής, που το μάτι της γυαλίζει όταν μιλάει για το γιο της, που ταράζεται όταν η κυρά της γελάει με το Νικουλέλι… Και όχι μόνο, αλλά παρασέρνεται κι απ’ το πάθος. Ένα πάθος που το ζει με ένταση και προσμονή, κι ενώ το Νικουλέλι βλέπει, κι ενώ η μάνα βλέπει πως το Νικουλέλι βλέπει… Και τότε, η Σμαραγδή, λες και τόσα χρόνια το «φύλαγε», το σχεδίαζε, αποκαλύπτει τους απώτερους σκοπούς της: την εκβιάζει πως αν δεν πέσει στην αγκαλιά του γιου της, θα προδώσει τον έρωτά της με τον γείτονα και θα βγάλει στη φόρα τα ερωτικά της γράμματα. «Σε κρατάω, βρώμα, να τα γράμματα που αλλάξατε! Τα δίνω στον άντρα σου, τα πάω στον αστυνόμο, τα διαβάζω στην πλατεία…». Έτσι την εξαναγκάζει, μέσα σε σπαραγμούς να το πράξει… «Σε περιμένει. Σ’ αγαπάει και σε περιμένει. Σ’ αγαπάει όσο δε σ’ αγάπησε ποτέ κανείς. 25 χρόνια!». Τη βάζει, με το ζόρι σχεδόν, στην κάμαρη, ενώ η ίδια γονατίζει έξω από την πόρτα λυτρωμένη…
Πού μπορεί να φτάσει η αγάπη της μάνας για το παιδί της; Είναι δυνατόν να είναι πιο «άρρωστη» κι απ’ το άρρωστο παιδί της; Όχι ακριβώς! Μια μάνα, η μάνα του τέρατος είναι αυτή που παρεμβάλλεται και φέρνει στην αγκαλιά του την πεντάμορφη. Έχει όμως έναν ακαταμάχητο αρωγό, την κάψα του καλοκαιριού, τον ζεστό μήνα Αύγουστο, αυτόν που κάνει τους ανθρώπους που, αν και έχουν επίγνωση της επερχόμενης φθοράς, σε κάθε είδους σχέση τους δεν την υπολογίζουν τη φθορά αυτή, την επερχόμενη, αντιθέτως η πιθανότητά της τους εξιτάρει πιο πολύ, να αναμετρηθούν μαζί της θέλουν, να δούμε ποιος θα φθείρει ποιον, να δοκιμάσουμε, επιτέλους, μήπως μπορούμε τη φθορά την άφθαρτη να φθείρουμε, εμείς οι φθαρτοί, οι νυν και αεί φθαρμένοι σε βαθμό… αφθαρσίας!
Κάθε που τελειώνει ο ζεστός μήνας Αύγουστος, έρχεται ο Σεπτέμβριος και φέρνει δηλώσεις. Στη Δ.Ε.Θ. Ένα άδειο κουτί με χρωματιστό περιτύλιγμα. Το άλλο με τα «δώρα» είναι καταχωρημένο στο internet και στη θέση “taxis net”.
Ο Κατρούγκαλος είναι ευτυχισμένος υπουργός. Κομμουνιστής, αλλά πλούσιος. Τα 384 ευρώ που οραματίζεται να σταθεροποιήσει στις συντάξεις, τα θεωρεί ικανό ποσό να ζήσει με άνεση ο πολίτης, που’ φαγε τα νιάτα του στη δουλειά. Όχι, αυτός γελάει με άλλα ανέκδοτα.
«Ω, Μύγες, αν το θέλατε, αν πραγματικά το θέλατε, θα μπορούσατε να είσαστε ανίκητες! Πράγματι, οι Αράχνες είναι ακόμα ισχυρές σήμερα, αλλά είναι λίγες. Ακόμα και αν εσείς οι Μύγες είστε αρκετά ασήμαντες και χωρίς επιρροή, αριθμητικά φτιάχνετε στρατό, είστε η ίδια η ζωή, είστε ο κόσμος – αν πραγματικά το θέλατε. Αν μόνο ενωνόσασταν, αν όλες μαζί επιτίθεστε θα καταστρέφατε όλα τα νήματα, θα σαρώνατε όλους τους ιστούς της αράχνης που σας παγιδεύουν σήμερα, που σας κάνουν να υποφέρετε και να πεθαίνετε από την πείνα. Θα μπορούσατε να εξαφανίσετε τη φτώχεια και τη δουλεία, αν πραγματικά το θέλατε.
Γι΄ αυτό, μάθετε να θέλετε». Βίλχεμ Λίμπνεχτ (1826-1900), «Η Αράχνη και η Μύγα» .
Άκουγα ΕΡΑ στο αυτοκίνητο και την κούρσα του Γιαννιώτη. Στην αρχή έλεγαν για τον Αυστραλό που είχε ξεφύγει πάρα πολύ. Κάποια στιγμή αυτός δεν άντεξε. Μετά, λέει, πήγαιναν όλοι μαζί κι ανάμεσα κι ο Έλληνας. Όταν άρχισαν να φτάνουν στην τελική ευθεία, ο σχολιαστής δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιος είναι ποιος. «Βλέπω κάποιον με άσπρο σκουφάκι είναι ή δεν είναι ο Γιαννιώτης;» Αναρωτιόταν για κανα δυο λεπτά κι έπειτα άρχισε να ουρλιάζει ότι –ναι- είναι ο Γιαννιώτης. Όταν είσαι στο τιμόνι κι οδηγείς κι από τη μια βλέπεις θάλασσα κι από την άλλη βουνά, φτιάχνεις την εικόνα στο μυαλό σου και, (θες – δε θες) ανατριχιάζεις. Και ο σπίκερ φώναζε πως ήταν πρώτος, ήταν πρώτος, ήταν πρώτος! Μέχρι που ήρθε δεύτερος. Και είναι ο ορισμός της χολιγουντιανής ταινίας όλο αυτό, από το μετάλλιο που έχασε στο τσακ , ως το ότι ήταν 36 χρονών και οι άλλοι εικοσικάτι, αλλά κι ως τον τρόπο που έχασε. Ήρθε η ανακούφιση σε πολύ λίγο, όταν άκουσα τον ίδιο τον Γιαννιώτη να μιλάει. Να λέει ότι στην τελική ευθεία έκλεισε τα μάτια και πήγαινε. Ότι πονούσε το σώμα του ολόκληρο αλλά πήγαινε με τα μάτια κλειστά, δίνοντας ό,τι είχε, κυρίως δε, απ’ αυτά που δεν είχε. Κι όταν μετά βλέπεις και στο βίντεο την κούρσα, όταν βλέπεις πώς φεύγει ένα σώμα μπροστά στην ευθεία, ξέρεις ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει αθλητισμός κι αθλητικά κατορθώματα κι αθλητικοί μύθοι κι αθλητικοί συγκλονισμοί! Και πάλι ανατριχιάζεις.
ΕΔΩ το “Όλοι ίδιοι είναι”, ισχύει. Η κυβέρνηση και τα παλιά media έγιναν εχθροί, επειδή διεκδικούν το ίδιο κομμάτι επιρροής. Η εξουσία φιμώνει τους ενοχλητικούς ολιγάρχες των μίντια, δημιουργώντας καινούριους. Αν ήταν η νομιμότητα των αδειών το ζητούμενο, ο τρόπος θα ήταν διαφορετικός και οι επερχόμενοι Μεσσίες, διαφορετικοί. Ο εντελώς άκυρος τρόπος της διαδικασίας και η ξεδιάντροπη ανελευθερία που αποπνέει είναι τόσο εκτός ορίων νομιμότητας και λογικής, ώστε ο κόσμος δεν έχει κανέναν καημό να υπερασπίζεται τις αμαρτωλές βαρονίες των παλιών , ενώ δεν μπαίνει καν στον κόπο να υπερασπιστεί την ελευθερία των μέσων και της έκφρασης, διότι αισθάνεται ότι αυτή η ελευθερία σπανίως χρησιμοποιήθηκε υπέρ του. Κι έχει δίκιο.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ